1. Θέση του υπαλλήλου σε αργία
Α. Με τα άρθρα 13 και 14 του ν. 4210/2013 υπάγονται στο καθεστώς της
δυνητικής και όχι της αυτοδίκαιης αργίας οι περιπτώσεις υπαλλήλων οι οποίοι λόγω
της συμμετοχής τους ως μέλη υπηρεσιακού συμβουλίου ή συλλογικού οργάνου εν
γένει διώκονται ποινικώς ή πειθαρχικώς για διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων ή
παραπτωμάτων.
Συγκεκριμένα υπάγονται στο καθεστώς της δυνητικής και όχι της αυτοδίκαιης αργίας
οι περιπτώσεις: α) της αμετάκλητης ποινικής δίωξης ενώπιον του αρμόδιου
δικαστηρίου για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της απιστίας περί
την υπηρεσία που έχουν τελεστεί με την ιδιότητα του μέλους υπηρεσιακού
συμβουλίου και συλλογικού οργάνου εν γένει και β) της παραπομπής ενώπιον του
αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου για το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης
καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους ή για το
παράπτωμα της αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς
εκτός υπηρεσίας που έχουν τελεστεί με την ιδιότητα του μέλους υπηρεσιακού
συμβουλίου και συλλογικού οργάνου εν γένει.
Συνεπώς επί περιπτώσεων υπαλλήλων για τους οποίους έχουν εκδοθεί πράξεις
διαπιστωτικές της αυτοδίκαιης θέσης σε αργία δυνάμει των διατάξεων των
περιπτώσεων γ΄ και ε΄ του άρθρου 103 του Υ.Κ. και του άρθρου 107 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ.
όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με τις περιπτώσεις 1 και 3 της
υποπαραγράφου Ζ.3 της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012
ωστόσο, μετά την τροποποίηση των ως άνω διατάξεων με το ν. 4210/2013, δεν
πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις της αυτοδίκαιης θέσης σε αργία, οι υπηρεσίες θα
πρέπει να προβούν άμεσα σε έκδοση διαπιστωτικής πράξης επανόδου των υπαλλήλων
στα υπηρεσιακά τους καθήκοντα.
Επισημαίνεται ότι οι υπηρεσίες θα πρέπει να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση,
κατά την ειδική διαδικασία της δυνητικής θέσης σε αργία του άρθρου 104 του Υ.Κ. και
του άρθρου 108 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ., αν συντρέχουν διαζευκτικά (ή σωρευτικά) οι
προϋποθέσεις των πραγματικών και νομικών περιστατικών που αριθμούν οι
περιπτώσεις α΄,β΄,γ΄ του άρθρου 104 Υ.Κ. ή του άρθρου 108 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. και οι λόγοι
δημοσίου ή υπηρεσιακού συμφέροντος για τη θέση του υπαλλήλου σε δυνητική αργία.
Β. Με το άρθρο 16 του ν. 4210/2013 αποσαφηνίζεται η νομική προστασία των
υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία. Ειδικότερα προβλέπεται ρητά, προς
αποφυγή ερμηνευτικών ασαφειών και παρανοήσεων, ότι ο υπάλληλος που έχει τεθεί
σε αυτοδίκαιη αργία για τις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 103 Υ.Κ.
και του άρθρου 107 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. και στον οποίο δεν έχει επιβληθεί η ποινή της
οριστικής παύσης έχει τη δυνατότητα να ζητήσει οποτεδήποτε με αίτησή του προς το
αρμόδιο για διορισμό όργανο (με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που ορίζουν
διαφορετικά περί του αρμοδίου οργάνου) την αναστολή της αργίας, ύστερα από
γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση
(Εισηγητική Έκθεση ν. 4210/2013). Η διοίκηση υποχρεούται να διαβιβάζει άμεσα το
αίτημα του υπαλλήλου στο πειθαρχικό συμβούλιο. Το πειθαρχικό συμβούλιο
γνωμοδοτεί σε κάθε περίπτωση υποβολής σχετικού αιτήματος από τους κατά νόμο
δικαιούμενους το αργότερο εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την
περιέλευση σε αυτό του σχετικού αιτήματος. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της
ως άνω προθεσμίας, το αρμόδιο όργανο έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει και
χωρίς τη γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις
ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, την υπηρεσιακή απόδοση του υπαλλήλου και το
συμφέρον της υπηρεσίας και συνεκτιμώντας την τυχόν συνδρομή στο πρόσωπο του
υπαλλήλου σοβαρών οικονομικών, κοινωνικών ή οικογενειακών λόγων. Η απόφαση
εκδίδεται κατ΄ ενάσκηση αρμοδιότητας διακριτικής ευχέρειας και ως εκ τούτου πρέπει
να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Ενόψει της φύσης της αρμοδιότητας και λόγω του
δυσμενούς χαρακτήρα της πράξης, η προηγούμενη ακρόαση του υπαλλήλου αποτελεί
στην περίπτωση αυτή ουσιώδη τύπο της διαδικασίας (άρθρο 20, παρ. 2 Σ). Συνεπώς,
στην περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει εντός της
τασσόμενης προθεσμίας, η έκδοση της απόφασης προϋποθέτει την κλήση του
υπαλλήλου σε ακρόαση από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο, στο οποίο ο
υπάλληλος πρέπει να υποβάλλει εγγράφως τις απόψεις του εντός προθεσμίας πέντε
(5) ημερών από την κοινοποίηση της κλήσης, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του τελευταίου
εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 104 του Υ.Κ. και του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4
του άρθρου 108 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ.
Το αρμόδιο όργανο μπορεί να αποφασίζει είτε τη μη αναστολή της αργίας είτε
την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλλήλου στα καθήκοντα τα οποία ασκούσε
πριν την αυτοδίκαιη θέση σε αργία είτε την αναστολή της και τη μετακίνησή του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66 Υ.Κ. ή του άρθρου 72 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. Μέχρι την
τυχόν έκδοση απόφασης αναστολής της αργίας ο υπάλληλος παραμένει σε αργία.
Απόφαση περί της συνέχισης ή μη της αργίας εκδίδεται αυτεπάγγελτα από το
αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο, σύμφωνα με την ως άνω διαδικασία,
μετά την πάροδο ενός (1) έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και
κάθε επόμενο έτος εφόσον ο υπάλληλος έχει τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία για τις
περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 103 Υ.Κ. και του άρθρου 107 του
Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. , δεν του έχει επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης και η αργία δεν έχει
αρθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 103 Υ.Κ. και στην παρ. 2 του
άρθρου 107 Κ.Κ.Δ.Κ.Υ.
Οι αποφάσεις αναστολής της αργίας κοινοποιούνται στο Υπουργείο
Διοικητικής Μεταρρύθμισης/Γενική Δ/νση Κατάστασης Προσωπικού/Δ/νση
Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού/Τμήμα Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων.
2. Άσκηση ένστασης
Με το άρθρο 17 του ν. 4210/2013 προσδιορίζεται σαφώς ο τρόπος ασκήσεως
(καταθέσεως) των ενστάσεων, ώστε να αποφεύγονται οι οποιεσδήποτε
αμφισβητήσεις και να διευκολύνεται η διερεύνηση του παραδεκτού της ασκήσεως
(καταθέσεως) από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο και του εμπροθέσμου
των ενστάσεων κατά των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων
(Εισηγητική Έκθεση ν. 4210/2013).
Έτσι η ένσταση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων
κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο,
συντασσομένης εκθέσεως. Η ένσταση κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού
συμβουλίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου σε αυτό
συντασσομένης εκθέσεως. Το πειθαρχικό συμβούλιο διαβιβάζει αμελλητί την ένσταση
στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με τον πλήρη φάκελο της πειθαρχικής
υπόθεσης.
Η ένσταση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης αποστέλλεται με
συστημένη αλληλογραφία στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τη σύνταξη
εκθέσεως κατάθεσης. Ως ημερομηνία κατάθεσης λογίζεται η ημερομηνία κατάθεσης
της συστημένης αλληλογραφίας από το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας
Διοίκησης στο Ταχυδρομικό Κατάστημα.
Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 141 του
Υ.Κ. όπως τροποποιήθηκε με την υποπαράγραφο ΣΤ8 του άρθρου πρώτου του ν.
4152/2013 (ΦΕΚ 107/Α΄/09.05.2013) συντομεύτηκε η προθεσμία άσκησης ένστασης
σε είκοσι (20) ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής
από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να
ασκήσουν ένσταση, με παράταση κατά είκοσι (20) ημέρες για αυτούς που διαμένουν
στο εξωτερικό.
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 141 Υ.Κ. όπως
τροποποιήθηκε με την υποπαράγραφο ΣΤ8 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 οι
αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται μετά την ημερομηνία
δημοσίευσης του ν. 4152/2013 και επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του
υποβιβασμού και της οριστικής παύσης δεν υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του
Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αλλά σε προσφυγή ενώπιον του
Συμβουλίου της Επικρατείας.
3. Σύνθεση πειθαρχικών συμβουλίων
Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 4210/2013 αντικαθίστανται οι
διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 146Β του Υ.Κ. που
ρυθμίζουν τα σχετικά με την ιδιότητα του προέδρου των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών
συμβουλίων. Συγκεκριμένα ορίζεται ότι ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου και ο
αναπληρωτής του είναι Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή Εφέτης ή Πρόεδρος
Πρωτοδικών ή Πρωτοδίκης των διοικητικών ή των πολιτικών δικαστηρίων ή
Εισαγγελέας ή Αντεισαγγελέας εφετών ή Εισαγγελέας ή αντιεισαγγελέας πρωτοδικών.
Με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 18 του ν. 4210/2013 ορίζεται ότι οι πρόεδροι
των πειθαρχικών συμβουλίων που κατά τη διάρκεια της θητείας τους προάγονται σε
βαθμό ανώτερο από αυτόν τον οποίο κατείχαν κατά τον ορισμό τους στο πειθαρχικό
συμβούλιο διατηρούν την ιδιότητα του προέδρου του πειθαρχικού συμβουλίου.
Επισημαίνεται ότι οι μέχρι την ισχύ του ν. 4210/2013 πρόεδροι πειθαρχικών
συμβουλίων που προήχθησαν σε βαθμό ανώτερο από αυτόν τον οποίο κατείχαν κατά
τον ορισμό τους στο πειθαρχικό συμβούλιο μετείχαν νομίμως στη σύνθεση του οικείου
πειθαρχικού συμβουλίου.
4. Ανακοίνωση ποινικών διώξεων – Υποχρεώσεις πειθαρχικών προϊσταμένων
Με τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 4210/2013 τροποποιείται η διάταξη της
παρ. 6 του άρθρου 114 του Υ.Κ. και ορίζεται ρητά ότι επιπροσθέτως της υποχρέωσης
του Εισαγγελέα Πρωτοδικών να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του
υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ΄ αυτού, ο γραμματέας του
Δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην
ίδια αρχή τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας
καθώς και τις εκδιδόμενες σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας αθωωτικές ή καταδικαστικές
αποφάσεις κατά του υπαλλήλου. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό
κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση στην
προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου.
Οι υπηρεσίες υποχρεούνται μετά την ως άνω ανακοίνωση να προβαίνουν
αμελλητί στις κατά περίπτωση οφειλόμενες ενέργειες εφαρμόζοντας όπου απαιτείται
τις σχετικές με τη θέση σε αργία και την έναρξη της πειθαρχικής δίωξης διατάξεις.
Ειδικά όσον αφορά τη σχέση της ποινικής με την πειθαρχική δίκη με τη διάταξη
του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 114 του Υ.Κ. όπως τροποποιήθηκε με
το άρθρο 19 του ν. 4210/2013 ορίζεται ότι τα πειθαρχικά όργανα εντός είκοσι (20)
ημερών από την ενημέρωσή τους για την ποινική δίωξη υπαλλήλου οφείλουν να
αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του
υπαλλήλου. Σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου η άσκηση
πειθαρχικής δίωξης είναι υποχρεωτική.
Α. Με τα άρθρα 13 και 14 του ν. 4210/2013 υπάγονται στο καθεστώς της
δυνητικής και όχι της αυτοδίκαιης αργίας οι περιπτώσεις υπαλλήλων οι οποίοι λόγω
της συμμετοχής τους ως μέλη υπηρεσιακού συμβουλίου ή συλλογικού οργάνου εν
γένει διώκονται ποινικώς ή πειθαρχικώς για διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων ή
παραπτωμάτων.
Συγκεκριμένα υπάγονται στο καθεστώς της δυνητικής και όχι της αυτοδίκαιης αργίας
οι περιπτώσεις: α) της αμετάκλητης ποινικής δίωξης ενώπιον του αρμόδιου
δικαστηρίου για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της απιστίας περί
την υπηρεσία που έχουν τελεστεί με την ιδιότητα του μέλους υπηρεσιακού
συμβουλίου και συλλογικού οργάνου εν γένει και β) της παραπομπής ενώπιον του
αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου για το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης
καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους ή για το
παράπτωμα της αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς
εκτός υπηρεσίας που έχουν τελεστεί με την ιδιότητα του μέλους υπηρεσιακού
συμβουλίου και συλλογικού οργάνου εν γένει.
Συνεπώς επί περιπτώσεων υπαλλήλων για τους οποίους έχουν εκδοθεί πράξεις
διαπιστωτικές της αυτοδίκαιης θέσης σε αργία δυνάμει των διατάξεων των
περιπτώσεων γ΄ και ε΄ του άρθρου 103 του Υ.Κ. και του άρθρου 107 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ.
όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με τις περιπτώσεις 1 και 3 της
υποπαραγράφου Ζ.3 της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012
ωστόσο, μετά την τροποποίηση των ως άνω διατάξεων με το ν. 4210/2013, δεν
πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις της αυτοδίκαιης θέσης σε αργία, οι υπηρεσίες θα
πρέπει να προβούν άμεσα σε έκδοση διαπιστωτικής πράξης επανόδου των υπαλλήλων
στα υπηρεσιακά τους καθήκοντα.
Επισημαίνεται ότι οι υπηρεσίες θα πρέπει να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση,
κατά την ειδική διαδικασία της δυνητικής θέσης σε αργία του άρθρου 104 του Υ.Κ. και
του άρθρου 108 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ., αν συντρέχουν διαζευκτικά (ή σωρευτικά) οι
προϋποθέσεις των πραγματικών και νομικών περιστατικών που αριθμούν οι
περιπτώσεις α΄,β΄,γ΄ του άρθρου 104 Υ.Κ. ή του άρθρου 108 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. και οι λόγοι
δημοσίου ή υπηρεσιακού συμφέροντος για τη θέση του υπαλλήλου σε δυνητική αργία.
Β. Με το άρθρο 16 του ν. 4210/2013 αποσαφηνίζεται η νομική προστασία των
υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία. Ειδικότερα προβλέπεται ρητά, προς
αποφυγή ερμηνευτικών ασαφειών και παρανοήσεων, ότι ο υπάλληλος που έχει τεθεί
σε αυτοδίκαιη αργία για τις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 103 Υ.Κ.
και του άρθρου 107 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. και στον οποίο δεν έχει επιβληθεί η ποινή της
οριστικής παύσης έχει τη δυνατότητα να ζητήσει οποτεδήποτε με αίτησή του προς το
αρμόδιο για διορισμό όργανο (με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που ορίζουν
διαφορετικά περί του αρμοδίου οργάνου) την αναστολή της αργίας, ύστερα από
γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση
(Εισηγητική Έκθεση ν. 4210/2013). Η διοίκηση υποχρεούται να διαβιβάζει άμεσα το
αίτημα του υπαλλήλου στο πειθαρχικό συμβούλιο. Το πειθαρχικό συμβούλιο
γνωμοδοτεί σε κάθε περίπτωση υποβολής σχετικού αιτήματος από τους κατά νόμο
δικαιούμενους το αργότερο εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την
περιέλευση σε αυτό του σχετικού αιτήματος. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της
ως άνω προθεσμίας, το αρμόδιο όργανο έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει και
χωρίς τη γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις
ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, την υπηρεσιακή απόδοση του υπαλλήλου και το
συμφέρον της υπηρεσίας και συνεκτιμώντας την τυχόν συνδρομή στο πρόσωπο του
υπαλλήλου σοβαρών οικονομικών, κοινωνικών ή οικογενειακών λόγων. Η απόφαση
εκδίδεται κατ΄ ενάσκηση αρμοδιότητας διακριτικής ευχέρειας και ως εκ τούτου πρέπει
να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Ενόψει της φύσης της αρμοδιότητας και λόγω του
δυσμενούς χαρακτήρα της πράξης, η προηγούμενη ακρόαση του υπαλλήλου αποτελεί
στην περίπτωση αυτή ουσιώδη τύπο της διαδικασίας (άρθρο 20, παρ. 2 Σ). Συνεπώς,
στην περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει εντός της
τασσόμενης προθεσμίας, η έκδοση της απόφασης προϋποθέτει την κλήση του
υπαλλήλου σε ακρόαση από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο, στο οποίο ο
υπάλληλος πρέπει να υποβάλλει εγγράφως τις απόψεις του εντός προθεσμίας πέντε
(5) ημερών από την κοινοποίηση της κλήσης, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του τελευταίου
εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 104 του Υ.Κ. και του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4
του άρθρου 108 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ.
Το αρμόδιο όργανο μπορεί να αποφασίζει είτε τη μη αναστολή της αργίας είτε
την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλλήλου στα καθήκοντα τα οποία ασκούσε
πριν την αυτοδίκαιη θέση σε αργία είτε την αναστολή της και τη μετακίνησή του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66 Υ.Κ. ή του άρθρου 72 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. Μέχρι την
τυχόν έκδοση απόφασης αναστολής της αργίας ο υπάλληλος παραμένει σε αργία.
Απόφαση περί της συνέχισης ή μη της αργίας εκδίδεται αυτεπάγγελτα από το
αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο, σύμφωνα με την ως άνω διαδικασία,
μετά την πάροδο ενός (1) έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και
κάθε επόμενο έτος εφόσον ο υπάλληλος έχει τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία για τις
περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 103 Υ.Κ. και του άρθρου 107 του
Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. , δεν του έχει επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης και η αργία δεν έχει
αρθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 103 Υ.Κ. και στην παρ. 2 του
άρθρου 107 Κ.Κ.Δ.Κ.Υ.
Οι αποφάσεις αναστολής της αργίας κοινοποιούνται στο Υπουργείο
Διοικητικής Μεταρρύθμισης/Γενική Δ/νση Κατάστασης Προσωπικού/Δ/νση
Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού/Τμήμα Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων.
2. Άσκηση ένστασης
Με το άρθρο 17 του ν. 4210/2013 προσδιορίζεται σαφώς ο τρόπος ασκήσεως
(καταθέσεως) των ενστάσεων, ώστε να αποφεύγονται οι οποιεσδήποτε
αμφισβητήσεις και να διευκολύνεται η διερεύνηση του παραδεκτού της ασκήσεως
(καταθέσεως) από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο και του εμπροθέσμου
των ενστάσεων κατά των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων
(Εισηγητική Έκθεση ν. 4210/2013).
Έτσι η ένσταση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων
κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο,
συντασσομένης εκθέσεως. Η ένσταση κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού
συμβουλίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου σε αυτό
συντασσομένης εκθέσεως. Το πειθαρχικό συμβούλιο διαβιβάζει αμελλητί την ένσταση
στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με τον πλήρη φάκελο της πειθαρχικής
υπόθεσης.
Η ένσταση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης αποστέλλεται με
συστημένη αλληλογραφία στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τη σύνταξη
εκθέσεως κατάθεσης. Ως ημερομηνία κατάθεσης λογίζεται η ημερομηνία κατάθεσης
της συστημένης αλληλογραφίας από το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας
Διοίκησης στο Ταχυδρομικό Κατάστημα.
Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 141 του
Υ.Κ. όπως τροποποιήθηκε με την υποπαράγραφο ΣΤ8 του άρθρου πρώτου του ν.
4152/2013 (ΦΕΚ 107/Α΄/09.05.2013) συντομεύτηκε η προθεσμία άσκησης ένστασης
σε είκοσι (20) ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής
από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να
ασκήσουν ένσταση, με παράταση κατά είκοσι (20) ημέρες για αυτούς που διαμένουν
στο εξωτερικό.
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 141 Υ.Κ. όπως
τροποποιήθηκε με την υποπαράγραφο ΣΤ8 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 οι
αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται μετά την ημερομηνία
δημοσίευσης του ν. 4152/2013 και επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του
υποβιβασμού και της οριστικής παύσης δεν υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του
Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αλλά σε προσφυγή ενώπιον του
Συμβουλίου της Επικρατείας.
3. Σύνθεση πειθαρχικών συμβουλίων
Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 4210/2013 αντικαθίστανται οι
διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 146Β του Υ.Κ. που
ρυθμίζουν τα σχετικά με την ιδιότητα του προέδρου των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών
συμβουλίων. Συγκεκριμένα ορίζεται ότι ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου και ο
αναπληρωτής του είναι Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή Εφέτης ή Πρόεδρος
Πρωτοδικών ή Πρωτοδίκης των διοικητικών ή των πολιτικών δικαστηρίων ή
Εισαγγελέας ή Αντεισαγγελέας εφετών ή Εισαγγελέας ή αντιεισαγγελέας πρωτοδικών.
Με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 18 του ν. 4210/2013 ορίζεται ότι οι πρόεδροι
των πειθαρχικών συμβουλίων που κατά τη διάρκεια της θητείας τους προάγονται σε
βαθμό ανώτερο από αυτόν τον οποίο κατείχαν κατά τον ορισμό τους στο πειθαρχικό
συμβούλιο διατηρούν την ιδιότητα του προέδρου του πειθαρχικού συμβουλίου.
Επισημαίνεται ότι οι μέχρι την ισχύ του ν. 4210/2013 πρόεδροι πειθαρχικών
συμβουλίων που προήχθησαν σε βαθμό ανώτερο από αυτόν τον οποίο κατείχαν κατά
τον ορισμό τους στο πειθαρχικό συμβούλιο μετείχαν νομίμως στη σύνθεση του οικείου
πειθαρχικού συμβουλίου.
4. Ανακοίνωση ποινικών διώξεων – Υποχρεώσεις πειθαρχικών προϊσταμένων
Με τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 4210/2013 τροποποιείται η διάταξη της
παρ. 6 του άρθρου 114 του Υ.Κ. και ορίζεται ρητά ότι επιπροσθέτως της υποχρέωσης
του Εισαγγελέα Πρωτοδικών να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του
υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ΄ αυτού, ο γραμματέας του
Δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην
ίδια αρχή τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας
καθώς και τις εκδιδόμενες σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας αθωωτικές ή καταδικαστικές
αποφάσεις κατά του υπαλλήλου. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό
κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση στην
προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου.
Οι υπηρεσίες υποχρεούνται μετά την ως άνω ανακοίνωση να προβαίνουν
αμελλητί στις κατά περίπτωση οφειλόμενες ενέργειες εφαρμόζοντας όπου απαιτείται
τις σχετικές με τη θέση σε αργία και την έναρξη της πειθαρχικής δίωξης διατάξεις.
Ειδικά όσον αφορά τη σχέση της ποινικής με την πειθαρχική δίκη με τη διάταξη
του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 114 του Υ.Κ. όπως τροποποιήθηκε με
το άρθρο 19 του ν. 4210/2013 ορίζεται ότι τα πειθαρχικά όργανα εντός είκοσι (20)
ημερών από την ενημέρωσή τους για την ποινική δίωξη υπαλλήλου οφείλουν να
αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του
υπαλλήλου. Σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου η άσκηση
πειθαρχικής δίωξης είναι υποχρεωτική.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου